Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Αλυσοδεμένος στον κλίβανο


Δυο τσακμακόπετρες αγγίζονται, όχι τρυφερά σαν εραστές, αλλά σαν δυο αρσενικά βουβάλια που διεκδικούν το ταίρι τους, με κρότο χτυπάνε τα κοκκάλινα κεφάλια τους και μια σπίθα ξεπετάγεται.

Απ' την σπίθα γεννιέται η φλόγα, επινόηση Θεού, δώρο φιλέσπλαχνου Τιτάνα. Μόνη της, αδύναμη, φαινομενικά τιποτένια, είναι έρμαιο ενός ανελέητου αγέρα και εγώ γρήγορα την καλύπτω με τα δυό μου χέρια για να την προστατέψω, να μη σβήσει πριν προλάβει να χορέψει ζωηρά για την αγάπη που την γέννησε.

Και η φλόγα μεγαλώνει και γίνεται πυρκαγιά και τον τυλίγει, τον ζώνει με την ζωογόνα ζεστασιά της.

Σαν ένας άλλος Προμηθέας, κάθε μέρα βασανίζεται, καίγεται, όμως δεν τον σκοτώνει. Είναι μια φλόγα που δεν φθείρει, δεν καίγονται οι σάρκες του, δεν τον μαυρίζει η καπνιά της... είναι η φλόγα που ζωντανεύει το "είναι" του, που τον κάνει να νιώθει το μεγαλείο του να είναι αστρικό σώμα και ας είναι μόνο άνθρωπος.

Είναι μια αιώνια τιμωρία αυτό που ξεκίνησε. Ένα γλυκό μαρτύριο το οποίο παρακαλάει να μην σταματήσει, παρακαλάει μην τυχόν έρθει κανένας καλοθελητής ήρωας σαν τον Ηρακλή για να τον λυτρώσει. Άλλωστε ποιός είπε ότι όλα τα μαρτύρια είναι ανυπόφορα; Αυτό του το μαρτύριο είναι ότι πολυτιμότερο έχει.

Με τις κλωτσιές θα τον διώξει λοιπόν, το μαρτύριο του δεν το αγγίζει κανείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου