
Η έρημος είναι ανελέητη, η πυρακτωμένη άμμος δεν συγχωρεί λάθη, ειδικά όταν δεν είσαι απ την φύση σου φτιαγμένος να υπομένεις αυτό το βάσανο.
Μια σιδηρόφρακτη γροθιά σφίγγει ένα λιτό σύμβολο θρησκείας σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει όσο κουράγιο της έχει μείνει, μη τυχόν και στάξει θάρρος και σπιλωθεί απ τη χώρα των άπιστων. Άλλωστε το να κουβαλάς μια πανοπλία στο όνομα του Θεού είναι πραγματικό βάρος, βάρος που σε κάνει να πατάς γερά στην γή, όχι μόνο "σώματι" αλλά και στην ψυχή. Όμως όνειρα και μεγαλόπνοες φιλοδοξίες δεν χωρούν σε μια ζωή αφιερωμένη, του ήταν κάτι απολύτως άγνωστο.
Το κάλεσμα του ήταν το έργο του Θεού, η Σταυροφορία. Τα τείχη των άπιστων θα έπεφταν σήμερα, με κάθε θυσία.
Καθώς έπεφτε χάμω το σκονισμένο πανί με το οποίο σκούπισε τον ιδρώτα απ το πρόσωπό του (και ίσως ένα δάκρυ), καβάλησε το άτι που χλιμίντριζε ανυπόμονα μπροστά του. Ένοιωσε τον φόβο να σέρνεται σαν πεινασμένο φίδι, φόβο σαν αυτόν που έχουν τα παιδιά, τέτοιος ήταν και τυλίγονταν γύρω απ την καρδιά του, απειλώντας να τον κυριεύσει.
Ο πόνος απ' τα παλιά του τραύματα τον σούβλιζε για να του θυμίζει πόσο ευάλωτος, πόσο εύθραυστος είναι, κι όμως, κρατούσε λάβαρο και δόρυ υπερήφανα.
Μόλις άνοιξε πάλι τα δυο του μάτια, ήταν στην πρώτη γραμμή της μάχης, οι τεχνοκρατικές πολιορκητικές μηχανές ρίχνανε βροχή από πέτρινη τιμωρία στα τείχη της πόλης.
Ξάφνου με ένα ύπουλο πισώπλατο χτύπημα στην πλάτη, τινάχτηκε απ το άτι του και βρέθηκε ξαπλωμένος πάνω στο αφιλόξενο έδαφος ποτισμένο με αίμα και θάνατο.
Νόμιζε ότι θα έφτυνε καυτή την άμμο της ερήμου, αλλά ξυπνώντας απ τον λήθαργό του, κατάλαβε ότι ήταν πίσω, εκεί, πάνω στο κρύο πέτρινο πάτωμα του ορφανοτροφείου, σ'αυτό που αποτελούσε την πραγματικότητα του για όσο καιρό ζούσε και ανέπνεε.
"Διαολόσπορε, πάλι τεμπελιάζεις;" είπε ο σαδιστής που φορούσε άμφια ταπεινοφροσύνης και αγάπης και ξαναχτύπησε με το ραβδί πάνω σε ραγισμένα παιδικά πλευρά και μώλωπες, λίγο νότια από έναν μονίμως μουδιασμένο απ'τον πόνο ώμο.
Σέρνοντας τον πιτσιρίκο (δεν είχε μείνει και κανένας άλλος, ζωντανός τουλάχιστον) απ τον κουρελιασμένο χιτώνα του, τον πέταξε μέσα σε ένα θάλαμο που όλα τα παιδιά εκεί μισούσαν. Ο πόνος ήταν ζωγραφισμένος στους γυμνούς τοίχους, υπήρχε στον αέρα, η οσμή του αποκρουστική, υπήρχε και σε μια μικρή λιμνούλα που είχε σχηματίσει η υγρασία στο πάτωμα, η γεύση του στιφή. Το αίμα του αθώου βλέπεις, όσο και να το καθαρίσεις, αφήνει ανεξίτηλο το οδυνηρό του ίχνος, μένει εκεί ζητώντας δικαιοσύνη.
Σαν στοιχειά του παρελθόντος, θα μπορούσες να δεις αν είχες την ευαισθησία τις παιδικές ψυχές που τραγουδούν τον πόνο τους, πόνο που τους ακολούθησε στην άυλη τους μορφή, για να αιωρούνται διάφανα, αλλά ταυτόχρονα απτά.
Αναίσθητος σ'αυτήν την μεταφυσική πραγματικότητα, αναίσθητος γενικά, σάπιος ως το κόκκαλο, ο "ενάρετος" άνθρωπος σήκωσε το ραβδί για να τσακίσει τον μικρό, σαν να θέλει να προσθέσει και την δική του ψυχούλα σε μια συλλογή αδικοχαμένων και βασανισμένων που αγνοούσε ότι είχε στην κατοχή του.
Όχι πια.
Ο σκλάβος πέταξε τις αλυσίδες του, ή μαλλον μ'αυτές έπνιξε κάθε μελλοντική ανατολή και δύση του σατράπη του. Τις έσβησε απ το παρελθόν του και το παρόν του όσο εύκολα σβήνει ένας πυρσός οταν πέσει στα κρυστάλλινα ψυχρά νερά μιας λίμνης.
Το σώμα του ιερέα κείτονταν στην παγωμένη πέτρα, η ζωή που του απέμεινε ανάβλυζε απ τα ρουθούνια του και χολή απ τα μάτια του. Η έκφραση δυσπιστίας έμεινε χαραγμένη στα μάτια του μέχρι την τελευταία του στιγμή για να κρατήσει το πρόσωπό του διαστρεβλωμένο για τρείς αιωνιότητες και 2 επόμενες ζωές.
Με αποφασιστικό βήμα, με μια βεβαιότητα πέρα απ τα χρόνια του, με ατσαλωμένη θέληση, μπήκε μέσα στον ναό. Κεριά σε κηροπήγεια καίγανε μια αδύναμη φλόγα. Η φλόγα όμως σύντομα αναθάρρησε, έγινε φωτιά που έκαψε θυρεούς και ιερά λάβαρα, και κειμήλια και ξύλινους σταυρούς, και η φωτιά έγινε υπερήφανη πυρκαγιά, με αίσθημα ευθύνης, με τάση κάθαρσης της λέρας και της αμαρτίας. Έκαψε έδρανα και βιβλιοθήκες και ανώμαλους και σαδιστές και άλλους "δήθεν" εκπροσώπους του Θεού και έκαψε ολοκληρωτικά, συθέμελα, σβήνοντας κάθε ίχνος μαρτυρίου, πόνου και θρήνων όχι μόνο από το χάρτη, αλλά απ την πραγματικότητα την ίδια.
Και ένας χαρούμενος πρωτομαγιάτικος χορός από παιδικές ψυχές πήρε το δρόμο της λήθης.
Τα κηροπήγεια έμοιαζαν σαν τις επάλξεις απ τα τείχη της Ιεριχούς.
Με ένα σμπρώξιμο βαφτισμένο στο αίμα αμαρτωλών και βαμμένο στα χρώματα της εκδίκησης, τα τείχη σήμερα έπεσαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου