Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ο χορός της πένας



Κάθεται στην ξεφτισμένη του καρέκλα και κρατά το μολύβι στο αριστερό του χέρι καθώς χορεύει ανάμεσα στα δάχτυλά του προς τιμήν μυαλού στερημένου από ιδέες. Πάνε χρόνια απ την τελευταία φορά που έγραψε κάτι.

Ήταν κάποτε καλός με τις λέξεις, σαν την τέλεια υφάντρα, σαν μια αράχνη, ύφαινε τον ιστό του μεθοδικά, από λέξεις μέσα σε φράσεις έτσι τοποθετημένες ώστε να κολλήσουν τον άτυχο που θα τις διάβαζε, να τον εθίσουν, να τον αιχμαλωτήσουν.

Το ύφος του διέφερε κάθε φορά. Άλλες φορές μιλούσε με λέξεις απλές και λόγο λιτό και ζωγράφιζε εικόνες σε φαντασίες παιδιών και εφήβων, άλλες φορές πάλι οι λέξεις του ήταν περίτεχνες σαν σχέδια αρχαίων αρχιτεκτόνων και μυστικηστών, ικανά να μπερδέψουν και τα πιο τακτοποιημένα μυαλά.

Σκούριασε η πένα του, στέγνωσε και το μελάνι στο δοχείο, πάει καιρός πια και έχει λημάξει απ' την πείνα.

Τα λεφτά του απ τα βιβλία τα έφαγε, τα πέταξε, τα έκαψε... αλλά αν πεινάει για κάτι πραγματικά, είναι για το ενδιαφέρον, την αναγνώριση και την επιδοκιμασία του κόσμου που γοητευόταν απ' τις λέξεις του και ανυπομονούσε να γυρίζει τις σελίδες των βιβλίων του.

Η ζωή του ήταν άσωτη, γεμάτη με εικόνες και εμπειρίες ικανές να κοκκινίσουν μάγουλα και να στρέψουν ματιές αλλού. Γυναίκες με τις λάγνες τους ματιές και τα ερεθιστικά βογκητά τους, αλκοόλ και ουσίες, τα καπνά της μισής Βραζιλίας σε τσιγάρα και ακριβοπληρωμένοι "φίλοι".

Στην τέχνη του όμως ήταν πουριτανός. Πάντα έγραφε με συμβατικά μέσα, ένα μολύβι, μία πένα και μπόλικα φύλλα κιτρινισμένου χαρτιού. Ποτέ του δεν συμπάθησε τους τεχνοκράτες και τις εφευρέσεις τους, τους υπολογιστές και τα αλυσοδεμένα σ'αυτούς τρωκτικά, ή τα μαγνητόφωνα...

Πάντα κουβαλούσε μαζί του ένα μπλοκάκι στο οποίο απίθωνε τις φρεσκογεννημένες σκέψεις και ιδέες του. Ο γραφικός του χαρακτήρας ήταν φινετσάτος - ήθελε να πιστεύει, όχι καλλιγραφικός... είχε σκέρτσο, ή έτσι έλεγε ο εκδότης του μάλλον για να τον καλοπιάσει, αν και τα μάτια του υπέφεραν κάποιες φορές για να τον αποκρυπτογραφήσουν.

Κάθησε λοιπόν και αποφάσισε να ξαναγράψει.

Με το δεξί του χέρι ξύνει το μουσάτο πηγούνι του και κοιτά έντονα το λευκό φύλλο από χαρτί μπροστά του. Το βλέμμα του έντονο, βλοσυρό, προσπαθεί να το τρομάξει, να ταράξει την αυτοπεποίθησή του μήπως και παραδοθεί στις συγγραφικές του βουλές και καταφέρει και γράψει καμιά ρημάδα λέξη. Αυτό όμως διασκεδάζει με τον ξύλινο παλιάτσο στο αριστερό του και τον κοροϊδεύει σαν τα σχολιαρόπαιδα, γεμάτο τσαμπουκά. Η φαντασία του τον προδίδει...

Έχει ένα ελάττωμα (να 'ταν μόνο ένα)... το φυτίλι της υπομονής του είναι μικρό.

Το μολύβι τότε ξάφνου χαράσει δρόμους, μονοπάτια, ποτάμια και οροσειρές, δάση και πόλεις, γεμίζει το χαρτί με μαύρες μουτζούρες επιμελώς - αμελώς φτιαγμένες, προϊόν της σύγχησής του.
Ακόμα και την απόγνωσή του αδυνατεί πλέον να την βάλει στο χαρτί με λέξεις, αφήνει τον μαύρο γραφίτη να εκφραστεί γι αυτόν.

Δεν θέλει τέχνη για να εκφράσεις τον εσωτερικό σου κόσμο, θέλει όμως τέχνη και προσπάθεια για να δουν μέσα απ' τα μάτια σου όλοι οι άλλοι πως αντιλαμβάνεσαι και πως νοιώθεις, πως σκέφτεσαι και πως ανασαίνεις την κάθε στιγμή.

Απομακρύνεται απ' το παλιό ξύλινο γραφείο του ξεφυσώντας έχοντας ξεσπάσει πάνω στο χαρτί και ανάβει τσιγάρο, αφήνει τον εαυτό του να χαζέψει έξω απ το παράθυρο - πάντα τον ηρεμούσε αυτό.

Αδυνατεί ακόμα όμως να καταλάβει πως το χαρτί εκπλήρωσε τον σκοπό του. Είναι φτιαγμένο για να απεικονίζεται πάνω σ'αυτό με κάθε πιθανό δυσδιάστατο τρόπο η πανδαισία των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Λέξεις, ζωγραφιές και εικαστικές παρεμβάσεις τρίχρονων πιτσιρικάδων ή εξηντάχρονων ξεπεσμένων συγγραφέων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου