Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010
Αριστείδης
(Για τους σκοπούς της ανάρτησης αυτής, τον λέω Αριστείδη)
Κυρ, κύριος, μπάρμπας, παππούς, σύζυγος, φαντάρος, εραστής.
87 έτη ξετύλιξε μπροστά μου σαν να μου εξομολογούνταν. Έχει πολλές ιστορίες να πεί, έχει δεί τόσα πολλά που φωτογραφίες και βιβλία δεν αρκούν για να απαθανατήσουν. Ξεκίνησε σαν να μονολογούσε αλλά κατάλαβα ότι ήθελε να δεί ότι τον καταλαβαίνω, ότι μπορώ να δώ με τα μάτια της φαντασίας μου μέσα στο χοντρό βιβλίο με τις αναμνήσεις του, μέσα απ' τα γερασμένα του μάτια. Μου είπε πως ερωτεύτηκε, πως έζησε 50 ολόκληρα χρόνια με την γυναίκα του, πως έθαψε τον γιό του που πέθανε από ανίατη ασθένεια.
Μου είπε πως πολέμησε στον Β' παγκόσμιο πόλεμο και πως περπάτησαν με πληγιασμένα απ τις κακουχίες πόδια χιλιόμετρα ερήμου κυνηγόντας τον ωχτρό. Ελ Αλαμέιν, Τομπρούκ, Αλεξάνδρεια. Εκεί τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες, οι υγιείς πέρασαν τα μεθυσμένα βράδυα τους με χορούς της κοιλιάς και σπέρνοντας απογόνους, οι τραυματίες ψυχοραγούσαν σε ματωμένα στρώματα. Ακόμα νοιώθει το τσίμπημα στο στήθος του απ το παράσημο που του δώσανε. Τα μάτια του λάμπουν από υπερηφάνια, ίσως για να αποσπάσει την προσοχή του απ τις τύψεις - για τις ζωές που πήρε. Μπορώ να τον φανταστώ κάθε βράδυ να σηκώνεται ιδρωμένος και να τρίβει τα χέρια του προσπαθόντας να ξεπλένει αίμα ανεξίτηλο. Εικόνες πυρακτωμένες μέσα στα μάτια του, τα σημάδια που αφήνουν να τον στοιχειώνουν χωρίς έλεος. Βρίσκει παρηγοριά με το να μιλάει. Χάρηκε που κάποιος τόσο νέος έδειξε ενδιαφέρον και έκατσε να τον ακούσει.
Στενοχωρήθηκα που δεν είχα μαζί μου το μαγνητόφωνο που μου είχε δωρήσει κάποτε. Ότι και να γράψω, αδυνατώ να καταγράψω την χροιά της φωνής του με το ανεπαίσθητο τρέμουλό της.
Είμαι μουσαφίρης σήμερα μου είπε, μια γειτόνισσα θα με φιλέψει και της πήρα ρεγάλο ένα κασκόλ. Με μια ζωηρή χειραψία τον άφησα εκεί να πίνει έναν μισοχυμένο ελληνικό καφέ.
Μεγάλους θησαυρούς βρίσκεις σε μιάμιση μερίδα μπουγάτσα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου