Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Ωδή στον καφέ

Ξαφνικά ένοιωθα σαν να ήμουν πιτσιρίκι. Αναμνήσεις θαμμένες κάτω από δυο δεκαετίες βγήκαν στο φως. Τότε που καθόμουν κατάχαμα και έπαιζα με τα πολύχρωμα τουβλάκια χτίζοντας πύργους και κάστρα ενώ οι κυρίες έβγαζαν απ τις τσάντες τους τα φρέσκα κουτσομπολιά και την κασετίνα με τα σχόλια. Μου τσιμπούσαν τα μάγουλα χαμογελόντας μου και μετά τα ντελικάτα τσιγάρα τους σκορπούσαν καπνό στην μικροσκοπική κουζίνα.

Πάρε ένα βιβλίο που το διάβασες μικρός και δεν κατάλαβες τα κρυμμένα πίσω απ' τις κουρτίνες νοήματα και διάβασέ το πάλι, τώρα που ωρίμασες, που κατανοείς. Οι κυρίες ανεξίτηλες, λες και το άγγιγμα του χρόνου τις προσπέρασε. Τα χαμόγελα, η θεματολογία και τα λεπτεπίλεπτα τσιγάρα ίδια και απαράλλαχτα. Δεν βρίσκονται πιά τόσο συχνά όσο κάποτε, αλλά όλες τους ξέρουν ότι μπορούν να βασιστούν η μια στην άλλη. Σε ένα μπρίκι βράζουν τέσσερις κουταλιές καφέ και μόλις μισή ζάχαρη γιατί τον προτιμούν πικρό. Η μαεστρία τους στο βράσιμο συναγωνίζεται αυτή του καφετζή.

Φάρμακα, εγγόνια και παιδιά, πονίδια και λογαριασμοί και τα φλυτζάνια σαν ραγισμένα θαρρείς αδειάζουν από καφέ και έπειτα αναποδογυρίζονται προσεκτικά για να ξεκινήσει η τελετουργία της ανάγνωσης. Με ρυθμό πολυβόλου ξεπετάγονται οι ερμηνείες, η εμπειρία ετών δεν κρύβεται.

Μετά από μια άγκυρα, ένα βιβλίο, ένα τραπέζι, δίπλα του ένα παράθυρο, λευκό χαρτί και μια καθαρή καρδιά, δυο λογάκια και ένα ψάρι παραπέρα προβλέπεται η χαρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου