Όλα ξεκινάνε μόλις το μετάλλευμα λάμψει στο πρόσωπο του πιονέρου σκαπανέα. Μέχρι να φωνάξει την χαρά του, η πόλη ήταν ήδη χτίστηκε. Το μονοπάτι που αυτός άνοιξε με τα πόδια του και τις οπλές ενός αλόγου, έγινε δρομάκι και έπειτα φάρδυνε, τον στρώσανε με χαλίκι και βάλανε στην είσοδο της την πινακίδα «Νέος Ορίζοντας». Πρώτα σηκώθηκε ο ναός των ρευστών απολαύσεων και των καυτών πειρασμών. Σειρά είχε η φυλακή (για τους λεβέντες και τους τσαμπουκάδες) και μετά ακολούθησε το γραφείο του σερίφη και το οπλοπωλείο. Τα καραβάνια ερχόντουσαν διαρκώς και η πόλη επεκτείνονταν με βάση τον κεντρικό δρόμο σαν θρόμβος σε αρτηρία καρδιοπαθούς.
Όμως ο πυρετός του Χρυσού πάντα κάποτε τελειώνει. Το γιατρικό για την λήξη του χυμένου ιδρώτα θα σημάνει το πρώτο χτύπημα της αξίνας που θα βρεί κάρβουνο και όχι μέταλλο. Τότε ξάφνου η πόλη που χτίστηκε για χάρη του, ερημώνει. Εν ριπή οφθαλμού χάνεται η αίγλη παραμάσχαλα με την ανηθικότητα, που φεύγουν για να βρούν άλλη φλέβα που να αναβλύζει το πολύτιμο αίμα της γής, αφήνοντας πίσω τους τις πληγές που άκαρδα της ανοίξαν να εχουν στερέψει.
Φεύγουν οι χορεύτριες του Καν-Καν απάνω στο κάρο με την τσατσά να τινάζει τα γκέμια προστακτικά. Φεύγουν και οι χαρμανιασμένοι χρυσορύχοι, εγκαταλείποντας πίσω τους την σκαπάνη τους και δίπλα της σε ένα μπόγο τα όνειρά τους για μια ζωή πολυτελή.
Τα λαμόγια δεν είχαν άλλο τροφή για λοβιτούρες και οι τοκογλύφοι χάσανε τα θηράματά τους, τους ευκολόπιστους και αφελείς ονειροπόλους. Ο κινέζος έκλεισε το ραφείο του και οι ινδιάνοι μαζέψαν τα κιλίμια τους ξεκινώντας εκ νέου την αναζήτησή τους για το νερό που καίει.
Το σαλούν είναι τώρα ένα ερείπιο, το ένα φύλλο της πόρτας έχει κρεμάσει και ακουμπάει τεμπέλικα πάνω στο άλλο με τον σκουριασμένο μεντεσέ έτοιμο να υποβάλλει απογοητευμένος και αυτός την παραίτησή του. Απ’ τον πολύέλαιο έχουν απομείνει ένα ζευγάρι γέρικες σκονισμένες λάμπες που τους έχει σωθεί το λάδι και δεν μπορούν να λάμψουν ξανά. Οι υπόλοιπες είναι σπασμένες και μάλιστα μερικές φιλοξενούν μολύβι απ’ το περίστροφο του σερίφη όταν πυροβολούσε για να βγάλουν τον σκασμό οι μέθυσοι και οι τυχοδιώκτες. Ο καθρέφτης και αρκετές μποτίλιες ακολουθούσαν το ίδιο σπασμένο μοτίβο και οι τοίχοι διάτρητοι απ’ τις σφαίρες πιά,άφηναν ηλιαχτίδες να χύνουν φώς μέσα στο απομεινάρι της ανθρώπινης παρακμής. Δίπλα χαμηλά στον πάγκο το μπρούντζινο πτυελοδοχείο είναι ξαπλωμένο και μαζί με τον πολυέλαιο είναι τα μόνα ζωντανά στον χώρο, χορεύουν φασαριόζικα για να προυπαντήσουν κανένα περαστικό άνεμο που μπαίνει, περίεργος να δεί μέσα στο ξύλινο κουφάρι. Στην γωνία κάθεται το βαρέλι με το ουίσκι, τρύπιο και στεγνό πια και μέσα του ένας πνιγμένος ποντικος. Τουλάχιστον πέθανε απ’ το πιοτό, πίνοντας έναν θάνατο βαρύ ίσα με σαρανταπέντε γράδα, μέχρι που έσκασε. Το πιάνο δεν θα ξανατραγουδήσει και καμιά τράπουλα δεν θα απλώσει τα κοκκινόμαυρά της σχέδια στις ξεφτισμένες τσόχες.
Ο δρόμος έξω, κάποτε έσφιζε από ζωή αλλά σήμερα οι μόνοι διερχόμενοι είναι οι θίνες και τα τσακάλια. Της φυλακής η πόρτα ήταν η πιο γερή, όμως τώρα πια λόγω έλλειψης ταραχοποιών έχει ξεχάσει τον ρόλο της και ξέμεινε ορθάνοιχτη και να νοιώθει απέραντη μοναξιά. Ο μουστακαλής σερίφης βγαίνοντας κάρφωσε το αστέρι του στο δοκάρι της πόρτας. Σκυθρωπό το βλέμμα του και το πρόσωπό του σκυμμένο (και σκαμμένο απ’ τις κακουχίες), δεν χάρισε κανένα βλέμμα προς τα πίσω, σαν να άφησε την αγαπημένη του για πάντα, βυθισμένος πλέον σε μια θλίψη.
Τελευταίος έφυγε ο νεκροθάφτης. Με χέρια λερωμένα απ’ το ξεραμένο χώμα, πληγιασμένα από ακίδες και κάλους και να μυρίζουν φορμόλη, ήταν πάντα μαυροντυμένος και ας έβραζε το χώμα και το νερό στις γούρνες απ’το ανελέητο λιοπύρι. Έτσι ανέβασε και αυτός τα σύνεργά του και το καλύτερό του δημιούργημα, ένα φέρετρο από ξύλο γερό, βαμμένο μαύρο και λακαρισμένο με γυαλιστερό φινίρισμα και τέσσερα μπρούντζινα χερούλια, πάνω στην καρότσα της μακάβριας νεκροφόρας και παρέα με τον συνεπιβάτη του τον καραφλό γύπα, πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς. Βγαίνοντας, ο γύπας έκρωξε στο κοράκι θαρρείς για να του θυμίσει πως άφησε την πόρτα ξεκλείδωτη. Κατέβηκε το κοράκι απ’ το κάρο και με μαύρη μπογιά στο πινέλο σχημάτισε έναν μαύρο κύκλο πάνω απ’ το προηγούμενο μονοψήφιο νούμερο ενδεικτικό του αριθμού των κατοίκων. Σαν θες από λανθάνουσα αίσθηση του χιούμορ, διόρθωσε και το «Νέος» στην επιγραφή σε «Παλιός». Το χείλος του έσπασε – ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του – σε ένα μειδίαμα και με αυτό χτύπησε τον αέρα με το καμουτσίκι του και το κάρο τράβηξε μακριά απ’ το μπαγιάτικο ηλιοβασίλεμα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου