Το αυτοκίνητο ρέει στην κακοφτιαγμένη εθνική οδό σε μια διαδρομή που θα μπορούσα να διανύσω με τα μάτια κλειστά. Την θυμάμαι από τότε που ήμουν πέντε, και τώρα έχω προσθέσει εικοσι και δυο. Δεν άλλαξε και πολύ. Κοιτώ στην θέση του συνοδηγού και βλέπω μια φιγούρα χωρίς πρόσωπο, ή μάλλον ξέχασα να φορέσω τα γυαλιά μου και δεν την βλέπω καθαρά. Στο δίπλωμά μου όμως το λέει αυταρχικά... "οδήγηση με γυαλιά". Μέχρι να στρέψω το βλέμμα μου σ'αυτό που θωρώ "μπροστά", το αυτοκίνητο με έβαλε στο στόμα του λύκου, στο λαρύγγι του βλέπω καλλιτέχνες του δρόμου που αφήσανε το σημάδι τους στους τοίχους με χρώματα που άν δεν τα έβλεπα στον ύπνο μου, φαντάζομαι θα ήταν πολύ έντονα. Δεν έχω δεί αυτό το τούνελ, ψελλίζω στον θωλό συνοδηγό μου μα παρ'όλα αυτά συνεχίζω. Μπροστά.
Ο κόμβος δεν αργεί να εμφανιστεί, δεν αφήνει περιθώρια για το φως του ήλιου γιατί συνεχίζει υπογείως, έτσι για να πνίξει το ελπιδογόνο χάδι της ηλιαχτίδας που ένας τυφλός μόνο έτσι αντιλαμβάνεται. Ο καημένος.
Φιδογυριστός ο δρόμος με κατεβάζει και έπειτα αρχίζει η άνοδος. Το μαρμάρινο εσωτερικό του κτιρίου είναι επιβλητικό. Οι σκάλες τώρα ανεβαίνουν και το αυτοκίνητο σκαρφαλώνει με την χαρακτηριστική ευκολία του δίποδου που είναι. Φτάνω στην κορυφή, στο ισόγειο του μουσείου και ακολουθώ τις επιγραφές που παίζουν επαναλαμβανόμενα τον ήχο "έξοδος". Περνώ από διαδρόμους αδιαφορώντας για τα εκθέματα με τον στόχο ξεκάθαρο μέσα μου. Όσο πιο κοντά είναι η επιγραφή, τόσο δυνατότερα το φωνάζει, έτσι για να καταλάβεις ότι είσαι στον σωστό δρόμο. Η έξοδος είναι μπροστά μου, από εκεί συνεχίζει ο δρόμος και το βλέπω, η πόρτα είναι γυάλινη και φρεσκοκαθαρισμένη. Την γεμίζω δαχτυλιές - κάποιος θα εκνευριστεί με μένα - προσπαθώντας μάταια να την ανοίξω και η επιγραφή της εξόδου το μόνο που κάνει είναι να με εξοργίζει μαχαιρώνοντάς με ειρωνικά με την αιχμηρή αλήθεια που είναι μπροστά μου, την αλήθεια που δεν μπορώ να έχω ίσως;
Δεν θα περάσει έτσι όμως, δεν φτιάχτηκε ακόμα η επιγραφή που θα μου ζητήσει και τα ρέστα έτσι ξεδιάντροπα. Της γυρνώ επιδεικτικά την πλάτη μου και παίρνω τον δρόμο του γυρισμού. Την αφήνω να νομίζει ότι κέρδισε, ότι παρέδωσα τα όπλα. Μα σύντομα, σκέφτομαι, σύντομα θα με δείς απ' έξω να σου βγάζω κοροϊδευτικά την γλώσσα μου.
Τρια σκαλιά πιο κάτω, το έδαφος υποχωρεί ένα μέτρο. Πέφτω και προσγειώνομαι σχεδόν άγαρμπα και μετά βίας διατηρώντας το κύρος της κορμοστασιάς μου σηκώνομαι υπερήφανος και αποφασίζω.
Θα πετάξω. Η μάλλον θα ολισθήσω στον αέρα, θα ανοίξω τα χέρια μου και θα αφεθώ στα κύματα να με φέρουν κάτω και πίσω, στον κόμβο, στο τούνελ, εκεί που πήρα την λάθος στροφή για να βρώ τον δρόμο μου ξανά.
Όμως δεν είναι η γνώριμη αίσθηση αυτή που με γεμίζει. Δεν είναι το στομάχι μου που πιέζεται από μια ντουζίνα νόμους της φυσικής. Μουδιάζω ολόκληρος, μέχρι και το ίδιο το μυαλό μου, και αυτό μάλλον έχει να κάνει με χημεία. Θυμάμαι να θέλω να σηκώσω τον διακόπτη μπροστά μου, να πλημμυρίζει φώς τριγύρω μου μέχρι να έρθει το χάραμα, μα αδυνατώ να αναπνεύσω.
Τότε είναι αυτή μπροστά μου, ημίγυμνη και σαγηνευτική, το δάχτυλό της ανιχνεύει το πρόσωπό μου με υποσχέσεις έρωτα και ιδρώτα και πλεγμένων ποδιών σαν τα φίδια που ζώσαν κάποτε τον Λαοκόοντα και με μια επιδέξια κίνηση κάθεται πάνω μου με αφέλειες απ' τα μαλλιά της να αγγίζουν το μέτωπό μου. Τίποτα μέχρι τώρα δεν ήταν πιο αληθινό απ' αυτό...
Τότε το χέρι του Τιτάνα χτυπάει με μένος σαν να ήταν τραπέζι, το στρώμα που πλαγιάζω και ο κρότος με ταράζει... μές το σκοτάδι ένα πρόσωπο, που τα χαρακτηριστικά του σημεία φωτίζουν και διαλύουν το σκότος με κοιτά με βλέμμα βλοσυρό γεμάτο αποδοκιμασία και τότε είναι που ξυπνώ.
Θέλω να φέρω τα χέρια μου μπροστά μου από αμηχανία αλλά και από κίνηση μηχανική. Φοβάμαι μήπως αγγίξω το αυστηρό χέρι που τσάκισε ή το πρόσωπο που με κατέκρινε. Το αίμα βράζει μέσα μου και το αναμμένο φώς λίγα κάνει για να το σβήσει.
Είναι ένα δροσερό βράδυ του Ιούνη και βγαίνω στο μπαλκόνι για να αφήσω το αεράκι να με ψυχράνει και το ουίσκι στο ποτήρι να σβήσει σαν σπόγγος αυτήν την τραγική απόπειρα να αποκοιμηθώ απ' τον πράσινο πίνακα.
Ο κόμβος δεν αργεί να εμφανιστεί, δεν αφήνει περιθώρια για το φως του ήλιου γιατί συνεχίζει υπογείως, έτσι για να πνίξει το ελπιδογόνο χάδι της ηλιαχτίδας που ένας τυφλός μόνο έτσι αντιλαμβάνεται. Ο καημένος.
Φιδογυριστός ο δρόμος με κατεβάζει και έπειτα αρχίζει η άνοδος. Το μαρμάρινο εσωτερικό του κτιρίου είναι επιβλητικό. Οι σκάλες τώρα ανεβαίνουν και το αυτοκίνητο σκαρφαλώνει με την χαρακτηριστική ευκολία του δίποδου που είναι. Φτάνω στην κορυφή, στο ισόγειο του μουσείου και ακολουθώ τις επιγραφές που παίζουν επαναλαμβανόμενα τον ήχο "έξοδος". Περνώ από διαδρόμους αδιαφορώντας για τα εκθέματα με τον στόχο ξεκάθαρο μέσα μου. Όσο πιο κοντά είναι η επιγραφή, τόσο δυνατότερα το φωνάζει, έτσι για να καταλάβεις ότι είσαι στον σωστό δρόμο. Η έξοδος είναι μπροστά μου, από εκεί συνεχίζει ο δρόμος και το βλέπω, η πόρτα είναι γυάλινη και φρεσκοκαθαρισμένη. Την γεμίζω δαχτυλιές - κάποιος θα εκνευριστεί με μένα - προσπαθώντας μάταια να την ανοίξω και η επιγραφή της εξόδου το μόνο που κάνει είναι να με εξοργίζει μαχαιρώνοντάς με ειρωνικά με την αιχμηρή αλήθεια που είναι μπροστά μου, την αλήθεια που δεν μπορώ να έχω ίσως;
Δεν θα περάσει έτσι όμως, δεν φτιάχτηκε ακόμα η επιγραφή που θα μου ζητήσει και τα ρέστα έτσι ξεδιάντροπα. Της γυρνώ επιδεικτικά την πλάτη μου και παίρνω τον δρόμο του γυρισμού. Την αφήνω να νομίζει ότι κέρδισε, ότι παρέδωσα τα όπλα. Μα σύντομα, σκέφτομαι, σύντομα θα με δείς απ' έξω να σου βγάζω κοροϊδευτικά την γλώσσα μου.
Τρια σκαλιά πιο κάτω, το έδαφος υποχωρεί ένα μέτρο. Πέφτω και προσγειώνομαι σχεδόν άγαρμπα και μετά βίας διατηρώντας το κύρος της κορμοστασιάς μου σηκώνομαι υπερήφανος και αποφασίζω.
Θα πετάξω. Η μάλλον θα ολισθήσω στον αέρα, θα ανοίξω τα χέρια μου και θα αφεθώ στα κύματα να με φέρουν κάτω και πίσω, στον κόμβο, στο τούνελ, εκεί που πήρα την λάθος στροφή για να βρώ τον δρόμο μου ξανά.
Όμως δεν είναι η γνώριμη αίσθηση αυτή που με γεμίζει. Δεν είναι το στομάχι μου που πιέζεται από μια ντουζίνα νόμους της φυσικής. Μουδιάζω ολόκληρος, μέχρι και το ίδιο το μυαλό μου, και αυτό μάλλον έχει να κάνει με χημεία. Θυμάμαι να θέλω να σηκώσω τον διακόπτη μπροστά μου, να πλημμυρίζει φώς τριγύρω μου μέχρι να έρθει το χάραμα, μα αδυνατώ να αναπνεύσω.
Τότε είναι αυτή μπροστά μου, ημίγυμνη και σαγηνευτική, το δάχτυλό της ανιχνεύει το πρόσωπό μου με υποσχέσεις έρωτα και ιδρώτα και πλεγμένων ποδιών σαν τα φίδια που ζώσαν κάποτε τον Λαοκόοντα και με μια επιδέξια κίνηση κάθεται πάνω μου με αφέλειες απ' τα μαλλιά της να αγγίζουν το μέτωπό μου. Τίποτα μέχρι τώρα δεν ήταν πιο αληθινό απ' αυτό...
Τότε το χέρι του Τιτάνα χτυπάει με μένος σαν να ήταν τραπέζι, το στρώμα που πλαγιάζω και ο κρότος με ταράζει... μές το σκοτάδι ένα πρόσωπο, που τα χαρακτηριστικά του σημεία φωτίζουν και διαλύουν το σκότος με κοιτά με βλέμμα βλοσυρό γεμάτο αποδοκιμασία και τότε είναι που ξυπνώ.
Θέλω να φέρω τα χέρια μου μπροστά μου από αμηχανία αλλά και από κίνηση μηχανική. Φοβάμαι μήπως αγγίξω το αυστηρό χέρι που τσάκισε ή το πρόσωπο που με κατέκρινε. Το αίμα βράζει μέσα μου και το αναμμένο φώς λίγα κάνει για να το σβήσει.
Είναι ένα δροσερό βράδυ του Ιούνη και βγαίνω στο μπαλκόνι για να αφήσω το αεράκι να με ψυχράνει και το ουίσκι στο ποτήρι να σβήσει σαν σπόγγος αυτήν την τραγική απόπειρα να αποκοιμηθώ απ' τον πράσινο πίνακα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου