Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Πέντε έλληνες στον Άδη



Το κρασί πήγαινε και ερχόταν. "Ελαφρύ είναι" με διαβεβαίωσε ο κάπελας, "μη το φοβάσαι". Έλα μου ντέ που είμαι άμαθος και άβγαλτος. Για άλλους το κρασί είναι νερό, ενώ για μένα... 
Το λοιπόν, πάνω που έχασα το μέτρημα, άρχισε ο κάπελας να διηγείται. Έτσι θα σας την πώ την ιστορία, όπως μου την είπαν, όπως την κατάλαβα και όπως την θυμάμαι. Ίδια κ' απαράλλαχτη δηλαδή! Ατόφια.

Στην δεκαετία του 60, ένας έλληνας που δεν είχε γυναίκες παιδιά και σκυλιά κ' άλλη υποχρέωση καμιά, πήρε παπόρι για... πήρε παπόρι για όπου τον βγάλει. Όποιο λιμάνι του έκανε κέφι, εκεί θα κατέβαινε. Έτσι αποφάσισε και έτσι έκανε. Τυνησία, Γιβραλτάρ, έσχισε τον Ατλαντικό στα δυο και έπειτα σαν ένας σύγχρονος ευρωπαίος αποικειοκράτης εξερευνητής ένοιωσε ότι ανακάλυψε την Λατινική Αμερική.

Από λιμάνι σε λιμάνι, η αποφασιστικότητά του κλωνίστηκε. Δεν έβρισκε κάποιο να τον τραβήξει... μέχρι να φτάσει στο λιμάνι του Κριστομπάλ Κολόν σε ένα ακρωτήρι της μακρινής Βενεζουέλας. Πήρε τον μπόγο του και με τον κρότο που έκανε το σεντούκι με τα λιγοστά του υπάρχοντα πάνω στο κράσπεδο του λιμανιού, έβαλε θεμέλια. Άνοιξε και ένα μπαρ - καταγώγι που κανένας έχοντας σώας τας φρένας του, δεν θα αποφάσιζε να επισκεφτεί. Πήρε και μια πλάκα νοβοπάν και έγραψε με πινέλο και μπογιά "Άδης" και το υπόγειό του το ονόμασε "Τάρταρα". Άνοιξε και το σεντούκι και έβγαλε πέντε μπουκάλια τσίπουρο απ' τη πατρίδα και τα απίθωσε στο τέρμα πάνω ράφι για να είναι δύσκολο να τα γραπώσει, μη τα πιεί διχως να το απαιτεί η περίσταση.

Το κρασί έρρεε άφθονο καθώς και η μπύρα επίσης. Μόνο σκοτεινοί και καταχθόνιοι ήταν οι πελάτες του, ή μούτσοι και ναύτες και ο εκάστοτε καπεταναίος που αποζητούσαν ένα μέρος έρημο, χωρίς τον όχλο από πόρνες να τους κυνηγάει για τα λεφτά στα πορτοφόλια τους. Μια, δυο, τρείς, πόσες φορές πια να θέλεις για να ξεχαρμανιάσεις έπειτα απ' έξι μήνες;

Μήνες γίναν χρόνια, χρόνια γίναν δέκα και αυτός ξεχνούσε τα ελληνικά του. Μόνο οκτώ γράμματα έβλεπε... "ΤΣΙΠΟΥΡΟ" ελέγαν, και ξάφνου γινόταν νοσταλγός πατρίδας και συμπατριωτών. Όμως αυτός ρίζωσε εκεί, κάπνιζε και πλούσιο καπνό κανονικό και ενίοτε κ' απ' τον αντικανονικό. Το καπηλιό του είχε ξύλινα πρόχειρα τραπέζια και ψάθινες καρέκλες, όπως στην πατρίδα. Στους τοίχους κρέμασε και μερικές κορνίζες με ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Ρωμιοσύνης και απο ρεμπέτες, μα ο κόσμος εκεί ήταν ξένος, το σπίτι ήταν πολύ μακριά.

Το 'φερε όμως η μοίρα θαρρείς, ένα καράβι να δέσει στους κάβους στο λιμάνι και τέσσερις στον αριθμό, κολασμένοι έλληνες ναύτες να περιπλανιούνται σαν την άδικη κατάρα στα σκοτεινά σοκάκια του Κριστομπάλ Κολόν, άκεφοι και μουτρωμένοι. Στροφή στην στροφή, αποφασίσαν να γυρίσουν στο καράβι και σαν διαόλου κάλτσα φύτρωσε μπροστά τους ο "Αδης". Τρίψαν ξανατρίψαν τα μάτια τους και εν τέλει μάζωξαν το κουράγιο να μπούνε και να φωνάξουνε "πατρίδα!".

Ο κάπελας στο άκουσμα αυτό αποσβωλώθηκε. Δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει, να τους σερβίρει; να τους αγκαλιάσει ή να κλάψει απ' τη συγκίνηση; Γρήγορα έτρεξε με σκάλα και σκαμνί να φτάσει το ράφι το τελευταίο, να αρπάξει τα γκρίζα πια απ' τη σκόνη μπουκάλια με το τσίπουρο. Βγάζει και ο ένας απ' τους ναύτες τότε μια μπομπίνα με ρεμπέτικα απ' την τσάντα του και παραγγέλνει του κάπελα να την παίξει στο μαγνητόφωνο. Για πότε κατέβηκαν τα μπουκάλια με το τσίπουρο απ' το ράφι. Για πότε τα ήπιαν, για πότε χορέψαν και για πότε κάψαν το πελεκούδι και τον Κάτω Κόσμο συθέμελα, ούτε που το πήρανε πρέφα ή χαμπάρι.

Την επόμενη μέρα ο κάπελας ξεριζώθηκε και αφού γύρισε την πλάτη του στα Τάρταρα - μόνο αυτά μείναν άλλωστε - νηφάλιος πια, πήρε το δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα του, μετανιωμένος για τότε που την είχε εγκαταλείψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου