Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

ανταπόκριση απ' τον Ονειρόκοσμο



Το μικρό κορίτσι έτρεξε αδέξια για να πέσει στην αγκαλιά μου. "Μπαμπά;" με ρώτησε με απορία στο βλέμμα του και η γυναίκα στο υπόβαθρο της εικόνας ξεθαμένη απ' το παρελθόν μου είπε πως την μικρή την λένε Βάσω.
Πώς μπορώ να μην την αγκαλιάσω;
Μου αποκαλύπτει πως τόσο καιρό ζούσαν στην διπλανή πόρτα μα με προσπάθεια με αποφεύγανε, με προσπάθεια και εγώ, απ'οτι φαίνεται τις αγνοούσα. 
Πως όμως μπορώ να αντισταθώ, να μην την σηκώσω ψηλά στον αέρα για να την ακούσω να μου γελάει; Και πως μπορώ να μην δακρύσω όταν στην επόμενη στροφή, η μάνα θα αρπάξει το παιδί και θα κάνει ότι έκανε και τότε; θα εξαφανιστεί;
Έπειτα, η Μπώ και η Σόλ πέθαναν. Το ήξερε μέσα του ο μικρός Τζέικομπ όταν ανέβαινε ένα ένα τα μεταλλικά σκαλιά, με την μητριά του να τον τραβολογάει βάναυσα απ' το χέρι σαν ένα ανυπάκουο σκυλί. Κάθε κύτταρο του τον προειδοποιούσε, τον εκλιπαρούσε να μην ανέβει στο καράβι, να μην είναι εκεί γι αυτό το ταξίδι, θα ήταν το τελευταίο του. Κοιτούσε με διστακτικά από φόβο πίσω από κάθε γωνία και κάτω από κάθε τραπέζι για να βρεί τον αόρατο διώκτη του.
Τελικά όμως ανεβαίνοντας στο κατάστρωμα γλύστρισε σε ένα σκαλί μουσκεμένο από θαλασσινό νερό και βούτηξε άχαρα μέσα στο σκοτεινό νερό του ωκεανού.
Προς στιγμή νόμισε ότι θα προφτάσει το καράβι, προς στιγμή νόμισε ότι θα σωθεί. Η αντοχές του τον προδώσαν μαζί με την επιφυλακτικότητά του.

Αν ζούσα ακόμη σπίτι μου, θα ήταν η μάνα μου που θα με ξυπνούσε απ' τον εφιαλτικό μου λήθαργο. Όμως ξύπνησα μόνος μου και σκούπισα το προσκεφάλι μου απ' τον ιδρώτα και αφέθηκα να με καλημερήσω με το να ψάχνω να βρώ την ανάσα μου μέσα σε μια κρίση δύσπνοιας.

Αει σιχτίρ! Το αποφάσισα. Δεν ξανατρώω πίτσα γίγας μεταμεσονύχτια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου